Από τα Ίμια στην Περεχίλ (Απογευματινή)

Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (Κ.Ε.Π.Π.Α.) υπό αμφισβήτηση.

 

Τις πληγές που προκάλεσε η κρίση στα Ίμια τον Ιανουάριο του 1996 ανέξεσε η πρόσφατη κρίση ανάμεσα στην Ισπανία και το Μαρόκο για τη βραχονησίδα Περεχίλ. Διεθνείς κρίσεις παράλληλες, με αναπόφευκτες τις συγκρίσεις και με καταφανείς τις ομοιότητες. Μήπως δύο διεθνή σκηνικά με τον ίδιο προφανώς σκηνοθέτη;

Φαινομενικά και μόνο διαφέρουν τα δύο περιστατικά στον τρόπο αντιμετώπισής τους από τη διεθνή κοινότητα και ειδικότερα από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), διότι μια προσεκτική θεώρηση των γεγονότων καταδεικνύει ότι οι δύο κρίσεις ομοιάζουν τελικά και σε αυτό το σημείο, αποτελώντας μάλιστα τρανά παραδείγματα της αποτυχίας της ευρωπαϊκής διπλωματίας και της αδυναμίας της ενωμένης Ευρώπης να δράσει αποτελεσματικά στο διεθνές στερέωμα.

Ως γνωστόν, κατά τη διάρκεια της κρίσης στα Ίμια, η Ε.Ε. παρέμεινε σιωπηλή και αδρανής, σε σημείο μάλιστα που ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α. κ. Χόλμπρουκ να δηλώσει ότι δεν κατάφερε να συνομιλήσει το βράδυ της κρίσης με τους Ευρωπαίους ηγέτες γιατί αυτοί κοιμούνταν! Αντίθετα, αμέσως μετά την αποστολή μαροκινών ενόπλων και την έπαρση της μαροκινής σημαίας στην διαφιλονικούμενη βραχονησίδα Περεχίλ, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρενέβη, εκφράζοντας την πλήρη αλληλεγγύη των 15 στην Ισπανία, χαρακτηρίζοντας την Περεχίλ «τμήμα της ευρωπαϊκής επικράτειας» και απειλώντας το Μαρόκο με κυρώσεις εφόσον δεν απέσυρε άμεσα τις δυνάμεις του από εκεί.

Οι Έλληνες «Ευρω-αισιόδοξοι» έσπευσαν να πανηγυρίσουν αυτή την εκ πρώτης όψεως αλλαγή πολιτικής της Ε.Ε., αποδίδοντάς την στην πολιτική ισχυροποίηση της Ευρώπης και στην ωρίμανση της ιδέας της Κ.Ε.Π.Π.Α., ενώ οι «Ευρωσκεπτικιστές» εστίασαν την μεταστροφή της ευρωπαϊκής στάσης στη διαφορετική γεωστρατηγική σημασία Ελλάδας-Ισπανίας και Τουρκίας-Μαρόκου αντίστοιχα κι έκαναν λόγο για άνιση και μεροληπτική κατά περίπτωση εφαρμογή της Κ.Ε.Π.Π.Α..

Τα γεγονότα που ακολούθησαν διέψευσαν, κατά τη γνώμη μου, και τους μεν και τους δε. Μετά την ανακατάληψη της Περεχίλ από την Ισπανία, η Ε.Ε. τήρησε ίσες αποστάσεις μεταξύ της «ισχυρής» Ισπανίας και του «αδύναμου» Μαρόκου, απέφυγε να επικροτήσει την ισπανική ενέργεια και παρενέβη διπλωματικά με γενικόλογες διακηρύξεις, ζητώντας την επιστροφή στο πρότερο καθεστώς ( status quo ante) και την έναρξη διαλόγου μεταξύ των δύο πλευρών για την οριστική διευθέτηση του προβλήματος.

Οι αντιδράσεις της Γαλλίας, η οποία διατηρεί προνομιακές σχέσεις με την μαροκινή κυβέρνηση και με την οποία μάλιστα υπέγραψε πρόσφατα συμφωνία εκμετάλλευσης πετρελαϊκών κοιτασμάτων, αλλά και οι συγκεκαλυμμένες πιέσεις των Η.Π.Α., οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελαν να δυσαρεστήσουν έναν πολύτιμο σύμμαχο όπως είναι το Μαρόκο, τόσο στη μάχη κατά της τρομοκρατίας όσο και στην προσπάθεια εξασφάλισης της υποστήριξης ή έστω της ανοχής των αραβικών κρατών στα σχέδιά τους για εισβολή στο Ιράκ, έπαιξαν τον καθοριστικό ρόλο στην παραπάνω διπλωματική υπαναχώρηση της Ε.Ε..

Σε κάθε περίπτωση, η κρίση της Περεχίλ κατέδειξε, όπως και αυτή των Ιμίων έξι χρόνια πριν, την εμφανή αδυναμία της Ε.Ε. να χαράξει και να εφαρμόσει αποτελεσματικά μια ενιαία γραμμή στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας. Όσο η Ε.Ε., αδυνατώντας να συγκεράσει αρμονικά τα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα των χωρών-μελών της και να διαμορφώσει αυτόνομη αμυντική ικανότητα, θα εξακολουθεί να είναι πολιτικά ανίσχυρη και επιχειρησιακά «ακρωτηριασμένη», αναπόφευκτα θα παραμένει ανοικτός ο δρόμος για τις αμερικανικές παρεμβάσεις στα ευρωπαϊκά πράγματα.

Είναι προφανές ότι έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε, μέχρι να καταφέρει η Ευρώπη να αποκτήσει την ενιαία πολιτική βούληση αλλά και την αυτόνομη ικανότητα να προστατεύει τα σύνορά της και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε διεθνείς διαφορές που αφορούν σε χώρες-μέλη της. Η χώρα μας έχει βεβαίως κάθε λόγο να εργασθεί για την επίτευξη του στόχου αυτού της πολιτικής χειραφέτησης της Ε.Ε..

Μέχρι τότε όμως, η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να απαλλαγεί τόσο από τον εφησυχασμό των «Ευρω-αισιόδοξων», όσο και από τη μεμψιμοιρία των «Ευρω-σκεπτικιστών».